Γιατί ο Κουρτάκης μπορεί να είναι η επόμενη εταιρεία που θα απασχολήσει το ελληνικό κρασί

797

Του Γιώργου Λαμπίρη

Αρκετή κινητικότητα υφίσταται τον τελευταίο καιρό στον κλάδο του κρασιού στην Ελλάδα. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι εκτός από την προβληματική πορεία του Μπουτάρη τα επόμενα χρόνια, ο οποίος εν τέλει εξαγοράστηκε από την Sterner Stenhus Ελληνικά Οινοποιία των αδερφών Γεωργιάδη, και ο Τσάνταλης βρίσκεται αυτή την περίοδο σε μία κρισιμότατη καμπή μετά τη διακοπή παραγωγικής λειτουργίας και τις επισχέσεις εργασίας από τους απλήρωτους εργαζόμενους.

Ενδιαφέρον όμως έχει και μία ακόμα περίπτωση μεγάλης και κραταιάς οινοποιίας, η οποία σε καμία περίπτωση δεν θυμίζει τις προαναφερόμενες προβληματικές επιχειρηματικές οντότητες. Ο λόγος για τα Ελληνικά Κελλάρια Οίνων ή όπως είναι ευρύτερα γνωστή, την Οινοποιία Κουρτάκη, η οποία τα τελευταία χρόνια και ιδίως μετά τον θάνατο του επικεφαλής της Βασίλη Κουρτάκη, έχει αρχίσει να χάνει τα μερίδιά που είχε τα τελευταία χρόνια, κυριαρχόντας ως πρώτος παίκτης στον εγχώριο οινικό κλάδο. Η επιχείρηση, που το 2019 -προ πανδημίας- είχε κύκλο εργασιών 28,47 εκατομμύρια ευρώ, το 2021 είχε κύκλο εργασιών 24,62 εκατ. ευρώ και το 2022 ήταν περαιτέρω μειωμένος στα 23,93 εκατ. ευρώ. Αντίστοιχα, τα οικονομικά της αποτελέσματα μετά από φόρους το 2019 ήταν κερδη 57,19 χιλιάδων ευρώ, το 2021 ήταν ζημίες 300,72 χιλιάδων ευρώ και το 2022 επίσης ζημίες 140,4 χιλιάδων ευρώ. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η εταιρεία το 2018 είχε κύκλο εργασιών 31,2 εκατομμύρια ευρώ με καθαρά κέρδη μετά από φόρους 104,18 χιλιάδες ευρώ.

Σήμερα, επικεφαλής της Ελληνικά Κελλάρια Οίνων, είναι ο γιος του πρόσφατα θανόντος Βασίλη Κουρτάκη και δισεγγονός του ιδρυτή της εταιρείας, Βασίλη Κουρτάκη (την ίδρυσε το 1895), Δημήτρης, ο οποίος διατηρεί καθήκοντα προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου. Ο Δημήτρης Κουρτάκης είναι σκηνοθέτης και δραματουργός και όπως αναφέρουν πηγές της αγοράς με γνώση του θέματος αυτή την περίοδο δεν έχει ως προτεραιότητα την οινοποιητική δραστηριότητα της οικογενειακής επιχείρησης, αλλά είναι αφοσιωμένος στο κύριό του επάγγελμα αυτό του σκηνοθέτη, γεγονός που φαίνεται επίσης ικανό να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στην εξέλιξη της εταιρείας τα επόμενα χρόνια.

Η αλλαγή σκυτάλης στην πρώτη θέση της αγοράς

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το 2021 η Cavino της οικογένειας Αναστασίου με έδρα το Αίγιο, η οποία μεταξύ άλλων παράγει το κρασί “Μέγα Σπήλαιο” αλλά και το γλυκό κρασί “Σάμος” για λογαριασμό της Lidl για πρώτη φορά κατάφερε να βρεθεί στην πρώτη θέση της αγοράς από πλευράς πωλήσεων το 2021 -είχε κύκλο εργασιών 25,94 εκατ. ευρώ- έναντι της Ελληνικά Κελλάρια Οίνου της οικογένειας Κουρτάκη και μάλιστα συνεχίζει να κερδίζει έδαφος, φτάνοντας το 2022 στα 29,01 εκατομμύρια ευρώ.

Κρούσεις τραπεζών σε εν δυνάμει επενδυτές

Πληροφορίες του Capital.gr αναφέρουν ότι πρόσφατα έγιναν κρούσεις από τράπεζες προς πιθανούς επενδυτές με σκοπό την πώληση της εταιρείας. Κρούσεις όμως που είχαν άτυπο χαρακτήρα και δεν είχαν συνέχεια, αλλά κυρίως είχαν ως στόχο να βολιδοσκοπήσουν πιθανό ενδιαφέρον. Ένα ακόμα στοιχείο όμως που συναινεί στην προοπτική μελλοντικής πώλησης της Κουρτάκης, είναι και μία σημαντική αναπροσαρμογή που έγινε στην αξία των κτιριακών της εγκαταστάσεων από τα 5,94 εκατομμύρια ευρώ που ήταν στο τέλος του 2020 σε 11,53 εκατομμύρια ευρώ στο τέλος του 2021, αναπροσαρμόζοντας ταυτόχρονα την καθαρή λογιστική αξία της εταιρείας από 1,02 εκατ. ευρώ για τις κτιριακές εγκαταστάσεις στο τέλος του 2020, σε 6,55 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2021. Αναπροσαρμογή όμως πραγματοποιήθηκε και στην αξία των οικοπέδων της επιχείρησης από τα 5,61 εκατ. ευρώ το 2020 σε 8,66 εκατ. ευρώ το 2021, με την καθαρή λογιστική αξία να αυξάνεται αντίστοιχα από τα 5,61 εκατ. ευρώ στα 8,66 εκατ. ευρώ.

Αντίστοιχα τα ίδια κεφάλαια από 14,08 εκατομμύρια ευρώ που ήταν στο τέλος του 2019, στο τέλος του 2022 ήταν αυξημένα κατά 22,18 εκατομμύρια ευρώ.

Οι επισημάνσεις του ορκωτού

Ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει και η έκθεση ελέγχου που πραγματοποίησε ο ορκωτός αναφορικά με τη σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων, όπου στις τελευταίες οικονομικές καταστάσεις, αυτές της χρήσης 2022 αναφέρεται ότι στην ενότητα “Συμμετοχές σε θυγατρικές, συγγενείς και κοινοπραξίες” περιλαμβάνεται η αξία κτήσης μετοχών ανώνυμης εταιρείας, μη εισηγμένης στο Χρηματιστήριο, ποσού ευρώ 1.184.872 οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις της οποίας δεν ελέγχονται από Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές. Όπως επισημαίνει ο ορκωτός, “δεν τέθηκαν υπόψη μας στοιχεία σχετικά με την εύλογη αξία των μετοχών αυτών και συνεπώς διατηρούμε επιφύλαξη για την ορθή αποτίμηση τους και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις στα Ίδια Κεφάλαια και στα αποτελέσματα της κλειόμενης και της προηγούμενης χρήσης”.

Σε άλλο σημείο της έκθεσης του ορκωτού αναφέρεται επίσης ότι “στις απαιτήσεις της εταιρείας περιλαμβάνονται και επισφαλείς-επίδικες απαιτήσεις, συνολικού ποσού ευρώ 1.665.000,00 περίπου, για τις οποίες η διενεργηθείσα απομείωση ποσού ευρώ 478.176 υπολείπεται της απαιτούμενης κατά ευρώ 1.187.000,00 περίπου. Η μη διενέργεια της απαιτούμενης απομείωσης συνιστά παρέκκλιση από τις λογιστικές αρχές, που προβλέπονται από τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα, με συνέπεια, η αξία των απαιτήσεων και τα ίδια κεφάλαια να εμφανίζονται αυξημένα κατά ευρώ 1.187.000,00 περίπου και τα αποτελέσματα των προηγούμενων χρήσεων ισόποσα αυξημένα”.

Η ιστορία του Κουρτάκη

Το 1895 ο Βασίλης Κουρτάκης (1865-1946) ίδρυσε την προσωπική εταιρεία του στην οδό Κολοκοτρώνη, στο κέντρο της Αθήνας. Το 1905 ξεκίνησε τις οινοπαραγωγικές του δραστηριότητες στο Μαρκόπουλο Μεσογείων. Ο γιος του ιδρυτή, Δημήτρης Κουρτάκης (1908-2005), άρχισε την εμπορία των εμφιαλωμένων κρασιών της εταιρείας και επέκτεινε τη διανομή τους σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Έως το 1963, το οινοποιείο στο Μαρκόπουλο συγκέντρωνε όλη τη σταφυλική παραγωγή των γύρω περιοχών του κάμπου των Μεσογείων, την οινοποιούσε και διέθετε μούστο ή και φρέσκο κρασί στις ταβέρνες της Αττικής. Μετά το 1963, όταν η εταιρεία σταμάτησε την διακίνηση χύμα κρασιού και άρχισε να εμφιαλώνει τα προϊόντα της, στήθηκε το πρώτο εμφιαλωτήριο στους χώρους του οινοποιείου στο Μαρκόπουλο. Το οινοποιείο καταλαμβάνει έκταση 28 στρεμμάτων, διαθέτει αποθήκες 160.000 HL, 6.000 τ.μ. στεγασμένους αποθηκευτικούς χώρους και 1.200 τ.μ. χώρους γραφείων, ενώ η ημερήσια δυναμικότητα εμφιάλωσης ξεπερνά τις 140.000 φιάλες.

Πηγή: https://www.capital.gr/