Πώς γίναμε οι προτελευταίοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση

25

Είμαστε μικρή χώρα και ξέρουμε λίγο πολύ τι έκανε ο καθένας στις αλλεπάλληλες κρίσεις

Πρόσφατο άρθρο στην εφημερίδα Financial Times επισημαίνει ένα ελληνικό παράδοξο. Η ελληνική οικονομία παρουσιάζει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και το δημόσιο χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, μειώνεται με γρήγορους ρυθμούς. Την ίδια στιγμή η χώρα, ως προς το κατά κεφαλήν εισόδημα, είναι η φτωχότερη της ευρωζώνης και η δεύτερη φτωχότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά την Βουλγαρία.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς μετά από τόσες θυσίες και τόση προσπάθεια δεν μπορούμε να ξεκολλήσουμε από τη φτώχεια. Η απάντηση αναπόφευκτα παραπέμπει στη μεγάλη οικονομική κρίση που πέρασε η χώρα. Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο προφανή.

Το πρόβλημα ξεκινάει από την περίοδο πριν την κρίση. Τότε η ευημερία στηριζόταν στα χρήματα που δανειζόταν το κράτος και με διάφορους τρόπους τα μοίραζε στους πολίτες, ενισχύοντας κυρίως την ιδιωτική κατανάλωση και τις εισαγωγές. Έτσι είχαμε τεράστια ελλείμματα και στα κρατικά ταμεία, αλλά και στο ισοζύγιο εισαγωγών εξαγωγών.

Όταν η κατάσταση αυτή οδήγησε στην κατάρρευση, εμείς δεν θέλαμε να δούμε την πραγματικότητα. Πολίτες και πολιτικό σύστημα -με διαβαθμίσεις και εξαιρέσεις- αντιμετώπισαν την κρίση εντελώς ανώριμα. Πολλοί ισχυρίζονταν ότι θα ξεπεράσουμε την κρίση με αύξηση της κατανάλωσης και των δαπανών του δημοσίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρόταση του Αλέξη Τσίπρα να προσληφθούν επιπλέον 100.000 δημόσιοι υπάλληλοι από το κράτος που δεν είχε χρήματα να πληρώσει τους υπάρχοντες.

Με τα χίλια ζόρια, με πολύ βία και επιθετικότητα από ορισμένους και με τεράστιο κοινωνικό κόστος η χώρα γύρισε το 2014 σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Οι διεθνείς οργανισμοί προέβλεπαν ισχυρότερη ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια για την Ελλάδα και τις άλλες χώρες της ευρωζώνης που βρίσκονταν σε μνημόνια. Για αυτές τις χώρες οι εκτιμήσεις επιβεβαιώθηκαν, αλλά η Ελλάδα οδηγήθηκε στο δημοψήφισμα και σε όσα ακολούθησαν.

Για τη φτώχεια μας φταίνε οι τρεις διαδοχικές κρίσεις. Η πρώτη ξεκίνησε το 2003 όταν η χώρα σταμάτησε να έχει πρωτογενή πλεονάσματα (δηλαδή άρχισε ο δανεισμός να δημιουργεί καινούρια χρέη και όχι μόνο να εξυπηρετεί τα παλιά) και κορυφώθηκε το 2010. Τότε ξεκίνησε η δεύτερη, η επώδυνη προσαρμογή που κράτησε έως το 2015, και τότε άρχισε η τρίτη κρίση, με την «περήφανη διαπραγμάτευση» και τη στασιμότητα που έφερε.

Όσο εμείς καταναλώναμε αμέριμνοι, πριν το 2009, και όσο δεν θέλαμε να παραδεχτούμε ότι αυτή η ευημερία δεν ήταν διατηρήσιμη, αναζητώντας μαγικές λύσεις, οι πρώην κομμουνιστικές χώρες της ανατολικής Ευρώπης δούλευαν σκληρά για να παράγουν περισσότερα και να γίνουν πλουσιότερες. Έτσι μία μία προσπερνούσαν την Ελλάδα.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι δεν υπήρχε κανένα σχέδιο να «φτωχοποιηθούν» οι λαοί και να γίνει η χώρα «αποικία χρέους». Οι λαϊκιστές έκαναν τη δουλειά τους και οι πολίτες πλήρωσαν τον λογαριασμό. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και των ανοιχτών ανταγωνιστικών αγορών, η αμεριμνησία και οι λάθος επιλογές κοστίζουν ακριβά.

Είμαστε μικρή χώρα και ξέρουμε λίγο πολύ τι έκανε ο καθένας στις αλλεπάλληλες κρίσεις. Και ενώ για τους πολιτικούς -σε ένα βαθμό- υπήρξαν συνέπειες, για τους διαμορφωτές της γνώμης των πολιτών, τους δημοσιογράφους, τα πράγματα δεν είναι ξεκάθαρα. Η Νέα Δημοκρατία, που ισχυρίζεται ότι μάχεται τον λαϊκισμό, συμπεριέλαβε στο ψηφοδέλτιό της για την ευρωβουλή μια από τις χαρακτηριστικότερες μορφές του αντιμνημονιακού λαϊκισμού.

Από τις αρχές της επόμενης δεκαετίας η Ελλάδα θα πρέπει να ξεκινήσει να αποπληρώνει τα δάνεια που μας έδωσαν οι χώρες της ευρωζώνης (όταν κανείς άλλος δεν μας δάνειζε). Αυτό, μαζί με το δημογραφικό πρόβλημα, θα φέρει πρόσθετες δυσκολίες στην ελληνική οικονομία. Τα διδάγματα των κρίσεων είναι απαραίτητο να αξιοποιηθούν από κόμματα και πολίτες σε ουσιαστικό επίπεδο, αλλά και σε συμβολικό.

Πηγή: https://www.athensvoice.gr/