Ξενοδοχεία: Άμεση ανάγκη για την κάλυψη 30.000 θέσεων εργασίας

25

Τις 30.000 προσεγγίζουν οι θέσεις εργασίας που θεωρεί ο ξενοδοχειακός κλάδος ότι πρέπει να καλυφθούν άμεσα, όπως είπε στο περιθώριο Συνέντευξης Τύπου του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου ο Γιώργος Πετράκος, Γενικός Διευθυντής του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων.

Το 2023 η απασχόληση στα ξενοδοχεία αυξήθηκε κατά 12,6% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά και ξεπέρασε τις 208.000 θέσεις εργασίας από 185.000, που ήταν το 2022.

Όπως διευκρίνισε ο κ. Πετράκος, οι ξενοδόχοι θα απασχολούσαν επιπλέον 30.000 άτομα αν ήταν σε θέση να βρουν εργαζόμενους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συνολικά οι κενές θέσεις εργασίας δεν είναι περισσότερες.

Θυμίζουμε πως, σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του ΙΤΕΠ, πανελλαδικά οι ελλείψεις προσωπικού άγγιξαν πέρσι τις 53.229 θέσεις, αυτός είναι όμως ο αριθμός που προκύπτει βάσει οργανογράμματος.

Σημειωτέον ότι οι ελλείψεις αυτές αντιστοιχούν στο 20% των θέσεων εργασίας. Πέρσι, το συνολικό κόστος απασχόλησης αυξήθηκε κατά 1,5% ως ποσοστό επί του τζίρου, φτάνοντας το 27,5% των εσόδων.

40 ξενοδοχεία έκλεισαν το 2023

Σε ό,τι αφορά τις επενδύσεις που υλοποίησε πέρσι ο κλάδος για ανακαινίσεις και βελτιώσεις, ανήλθαν σε 761 εκατομμύρια, με το 13% αυτού του ποσού να κατευθύνεται σε δράσεις βιωσιμότητας.

Το ποσό αυτό ανεβάζει τις επενδύσεις της τελευταίας πενταετίας σε 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε το ΙΤΕΠ, το ξενοδοχειακό δυναμικό φέρεται να κινείται στα ίδια επίπεδα, αφού τα ξενοδοχεία μειώθηκαν μεν κατά 40 το 2023, αλλά τα δωμάτια αυξήθηκαν κατά 500.

«Είναι απολύτως απαραίτητη η αναβάθμιση μέσω προγραμμάτων χρηματοδότησης. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές όσον αφορά τις χρηματοδοτήσεις φέρνουν αποτελέσματα, σήμερα όμως πρέπει να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις για ενεργειακή αναβάθμιση και νέες τεχνολογίες. Ζητάμε ένα χωριστό προϋπολογισμό από τα ευρωπαϊκά κονδύλια για τον τουρισμό», επισήμανε ο πρόεδρος του ΞΕΕ, Αλέξανδρος Βασιλικός.

Μικρά είναι τα σημάδια επιμήκυνσης της τουριστικής περιόδου, με τα ξενοδοχεία να μένουν ανοιχτά κατά 5,7 μήνες, κατά μέσο όρο.

«Αυτή η προσπάθεια μέτρα δεκαετίες και αναζητά λύση, που δε σχετίζεται με το μοντέλο λειτουργίας των ξενοδοχείων. Η Αθήνα είναι η μοναδική ευρωπαϊκή πρωτεύουσα με τη μεγαλύτερη μεταβολή επισκεψιμότητας μεταξύ χειμερινής και καλοκαιρινής σεζόν, επειδή δεν έχει δημιουργήσει συνθήκες π.χ. για συνεδριακό τουρισμό. Πλέον είναι τα θέματα υποδομών, που απασχολούν τους επισκέπτες όσο και τους κατοίκους. Δεν έχουμε να διανύσουμε πολύ δρόμο αν δε βελτιωθούν οι υποδομές», είπε ο κ. Βασιλικός, φέρνοντας ως παράδειγμα τη βελτίωση της διαχείρισης των απορριμμάτων, την προσβασιμότητα και τις συνδέσεις και τονίζοντας πως «οι ξενοδόχοι ό,τι είναι να κάνουν θα το κάνουν».

Έσπασε το φράγμα των 10 δισ. ο τζίρος

Αναφορικά με τον τζίρο των ξενοδοχείων, πέρσι έσπασε το φράγμα των 10 δισεκατομμυρίων –διαμορφώθηκε συγκεκριμένα σε 10,5 δισ. ευρώ– κυρίως χάρη στα ξενοδοχεία εποχικής λειτουργίας, των οποίων τα έσοδα αυξήθηκαν κατά 27,4%.

Το διάστημα Μαΐου – Οκτωβρίου η μέση τιμή αυξήθηκε κατά περίπου 11% σε σύγκριση με το 2022.

Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη πως σε ετήσια βάση τα μισά δωμάτια του ελληνικού ξενοδοχειακού δυναμικού διατέθηκαν σε τιμή κάτω των 130 ευρώ και δεύτερον, κατά τους μήνες Μάιο και Οκτώβριο η αυξημένη πληρότητα αφορά κυρίως στα ξενοδοχεία των μεγαλύτερων κατηγοριών, ενώ παραμένει χαμηλή για τα ξενοδοχεία 1 και 2 αστέρων (τον Οκτώβριο διαμορφώθηκε στο 20% και στο 31%, αντίστοιχα).

Τον Αύγουστο, το δωμάτιο ήταν ακριβότερο κατά 9% σε σχέση με το 2022 και κατά 31% σε σχέση με τον Αύγουστο του 2019.

Σύμφωνα με τον κ. Πετράκο, η αύξηση του τζίρου κατά 23% οφείλεται μεν στην αύξηση της τιμής, αλλά συνδέθηκε με την αύξηση της πληρότητας κυρίως στις περιπτώσεις των 3άστερων και 4άστερων ξενοδοχείων της Πελοποννήσου, της Αττικής και της Κεντρικής Ελλάδας.

Φέτος αναμένονται ανάλογες αυξήσεις, αφού 7 στα 10 ξενοδοχεία που έχουν υπογράψει συμβόλαια για το 2024, έχουν τιμές αυξημένες κατά 7,9% κατά μέσο όρο.

Πηγή: https://www.mononews.gr/