Χαμένοι στη μετάφραση της ετικέτας – Τα «ψιλά γράμματα» στα τρόφιμα

11
hand use the magnifying glass to zoom in to see the details of the nutrition facts label on the side of the consumer product box on white dish

Υπάρχει υπερπληροφόρηση στις διατροφικές ετικέτες; Είναι περίπλοκες και δυσανάγνωστες; Μήπως προκαλούν σύγχυση παρά διευκόλυνση στους καταναλωτές; Στην Ελλάδα σύμφωνα με τον Ενιαίο Φορέα Ελέγχου Τροφίμων (ΕΦΕΤ) ένα μικρό ποσοστό τις διαβάζει. Συγκεκριμένα με βάση την πιο πρόσφατη μελέτη που διενήργησε, μόνο 1 στους 5 ερωτηθέντες δήλωσε ότι διαβάζει πάντα τις διατροφικές πληροφορίες στο πίσω μέρος της συσκευασίας

Σημαντικό ποσοστό καταναλωτών βρίσκει τη διατροφική επισήμανση στο πίσω μέρος της συσκευασίας περίπλοκη ή δυσανάγνωστη.

Το φαινόμενο πάντως δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά και ευρωπαϊκό, σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΕΦΕΤ, Αντώνη Ζαμπέλα, ο οποίος εξηγεί στην «Κ» τους λόγους για τους οποίους οι καταναλωτές δεν δίνουν σημασία και προσπερνούν τις πληροφορίες που παρέχονται στις ετικέτες. Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι μελέτη του ΕΦΕΤ δείχνει ότι το 56,4% των αντρών και το 59,9% των γυναικών θα προτιμούσαν τα τρόφιμα να φέρουν κάποια ένδειξη αξιολόγησης της διατροφικής τους σύστασης στο μπροστινό μέρος της συσκευασίας. Σε δεύτερη μελέτη κατέληξαν πως ένα σημαντικό ποσοστό καταναλωτών βρίσκει τη διατροφική επισήμανση στο πίσω μέρος της συσκευασίας περίπλοκη ή δυσανάγνωστη, ενώ η πιο πρόσφατη μελέτη του ΕΦΕΤ σε συνεργασία με το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών έδειξε ότι οι Ελληνες καταναλωτές προτιμούν ένα αξιολογικό σύστημα που χρησιμοποιεί χρώματα, εστιασμένο στην περιεκτικότητα συγκεκριμένων θρεπτικών συστατικών.

Mε την ανάγκη για αποκωδικοποίηση των πληροφοριών στις ετικέτες να είναι σαφής, η «Κ» επιχειρεί με τη βοήθεια της Αργυρώς Μπεκατώρου, καθηγήτριας Χημείας και Τεχνολογίας Τροφίμων στο Πανεπιστήμιο Πατρών, να επισημάνει τα στοιχεία που θα βοηθήσουν στην καλύτερη ανάγνωση των ετικετών και να ξεδιαλύνει τις πληροφορίες τους.

Τι προσέχουμε όταν διαβάζουμε τη διατροφική ετικέτα;

Τη σειρά αναγραφής των συστατικών. Τα συστατικά που εμπεριέχονται στο προϊόν αναγράφονται κατά φθίνουσα σειρά, δηλαδή από την υψηλότερη περιεκτικότητα προς τη χαμηλότερη. Το πρώτο συστατικό έχει τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα μέσα στο προϊόν, το δεύτερο την αμέσως μικρότερη και ούτω καθεξής.

Την περιεκτικότητα σε συγκεκριμένα συστατικά. Συνιστάται να επιλέγουμε τρόφιμα τα οποία στη λίστα των συστατικών τους δεν περιέχουν κορεσμένα λιπαρά, υδρογονωμένα ή μερικώς υδρογονωμένα (ή τρανς) λιπαρά και σάκχαρα. Σε περίπτωση που αναγράφεται κάποιο από τα παραπάνω συστατικά καλό είναι να αναφέρεται προς το τέλος της λίστας.

Τις κρυφές πηγές ζάχαρης. Η ζάχαρη μπορεί να περιέχεται σε ένα προϊόν με διαφορετικές ονομασίες σακχάρων όπως για παράδειγμα η σακχαρόζη, η μαλτόζη, η δεξτρόζη, η γλυκόζη, η φρουκτόζη, το ιμβερτοσάκχαρο, οι μελάσες, το μερικώς υδρολυμένο άμυλο, το σιρόπι φρουκτόζης, το σιρόπι γλυκόζης. Συνήθως δηλαδή η κατάληξη –όζη περιγράφει κάποιο σάκχαρο.

Είναι καθησυχαστική η δήλωση «χωρίς θερμίδες»;

Στα προϊόντα με σήμανση «ελεύθερο θερμίδων» ή «χωρίς θερμίδες» για να αφαιρεθούν οι θερμίδες, σημαίνει ότι έχουν χρησιμοποιηθεί τεχνητά πρόσθετα. Στην περίπτωση, λοιπόν, που ο οργανισμός καταναλώνει ένα προϊόν γλυκό, αλλά χωρίς θερμίδες, καταλαβαίνει ότι καταναλώνει ζάχαρη και εκκινεί μια βιοχημική διαδικασία, χωρίς όμως να έχει κάτι να μεταβολίσει και αυτό μπορεί να επιδράσει αρνητικά στην υγεία.

Πώς μπορεί να μας ξεγελάσει η δήλωση «χωρίς συντηρητικά»;

Ενα προϊόν που δεν περιέχει συντηρητικά σημαίνει ότι δεν έχει ουσίες που παρατείνουν τον χρόνο διατήρησης των τροφίμων προστατεύοντάς τα από τις αλλοιώσεις που προκαλούνται από τους μικροοργανισμούς. Δεν σημαίνει όμως ότι δεν περιέχει πρόσθετα, ουσίες δηλαδή που προστίθενται στα τρόφιμα με σκοπό να διατηρηθεί το χρώμα, η γεύση, η υφή και ο χρόνος ζωής τους. «Είναι λοιπόν μια παραπλανητική δήλωση γιατί προκαλείται αντιπερισπασμός της προσοχής από άλλα σημαντικά στοιχεία».

Τα συντηρητικά δεν είναι τα μόνα πρόσθετα. Υπάρχουν και άλλα όπως, γαλακτωματοποιητές, διογκωτικά, πυκνωτικά, αντιοξειδωτικά, ενισχυτικά γεύσης, χρωστικές, κ.ά., που παρατηρούνται συχνά στα τρόφιμα.

Πόσο επικίνδυνα είναι τα πρόσθετα;

«Οποιοδήποτε πρόσθετο κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή στο εμπόριο είναι ασφαλές, λόγω της χαμηλής τοξικότητάς του, των αυστηρών δοκιμών ασφάλειας και του ελέγχου χρήσης του από τη νομοθεσία. Οι φορείς που διενεργούν τους ελέγχους εξετάζουν τα δεδομένα και κάθε πέντε χρόνια τα επαναξιολογούν. Κάθε φορά που ουσίες επανελέγχονται εκδίδονται ειδικές οδηγίες για το ποιες ομάδες πληθυσμού πρέπει να τις αποφεύγουν», εξηγεί η κ. Μπεκατώρου.

Υπάρχουν πρόσθετα που έχουν συνδεθεί με αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία όπως: άσθμα, Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), καρδιολογικά προβλήματα, καρκίνος, παχυσαρκία, κ.ά. ενώ έχει φανεί ότι άλλα επηρεάζουν την ορμονική ισορροπία.

Επισημαίνει ωστόσο ότι υπάρχουν πρόσθετα που έχουν συνδεθεί με αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία όπως: άσθμα, Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), καρδιολογικά προβλήματα, καρκίνος, παχυσαρκία, κ.ά. ενώ έχει φανεί ότι άλλα επηρεάζουν την ορμονική ισορροπία. Τα παιδιά πάντα είναι πιο ευαίσθητα από τους ενήλικες στην έκθεση σε τέτοιες ουσίες, όπως και ειδικές ομάδες πληθυσμού (εγκυμοσύνη, μητέρες που θηλάζουν, άτομα με ειδικές παθήσεις). «Επομένως για αυτά τα πρόσθετα καθορίζονται αποδεκτά όρια πρόσληψης, που όμως ο καταναλωτής δεν είναι σε θέση να γνωρίζει», καταλήγει.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα θεωρούνται τα νιτρικά, εγκεκριμένα ως πρόσθετα τροφίμων στην Ε.Ε., που χρησιμοποιούνται στα αλλαντικά, τα ψάρια και τα τυροκομικά προϊόντα. «Είναι τεκμηριωμένο ότι είναι καρκινογόνα, αλλά δεν καταργούνται γιατί δεν έχει βρεθεί κάτι να αντικαταστήσει τη χρήση και οφέλη που έχουν όπως το να σταθεροποιούν το χρώμα στα αλλαντικά. Ο καταναλωτής δεν κινδυνεύει τόσο από τα τυποποιημένα προϊόντα, εκτός αν τρώει μόνο από αυτά. Υπάρχει κίνδυνος και στα φυσικά. Για παράδειγμα τα νιτρικά βρίσκονται επίσης σε υψηλές συγκεντρώσεις σε ορισμένα λαχανικά, καθώς αποτελούν το βασικό τους λίπασμα. Μπορούν όμως να εισέλθουν στην τροφική αλυσίδα ως περιβαλλοντικός ρύπος, κυρίως αν το νερό είναι μολυσμένο, ξεπερνώντας έτσι το ασφαλές επίπεδο πρόσληψης. Και αυτό ο καταναλωτής δεν μπορεί να το καταλάβει».

Οσον αφορά στις συνθετικές χρωστικές που τις συναντάμε ευρέως σε τρόφιμα, είναι μία από τις κατηγορίες προσθέτων που θεωρούνται από τις πιο τοξικές

Οσον αφορά στις συνθετικές χρωστικές που τις συναντάμε ευρέως σε τρόφιμα, είναι μία από τις κατηγορίες προσθέτων που θεωρούνται από τις πιο τοξικές. Για παράδειγμα, η ταρτραζίνη είναι μια συνθετική χρωστική των τροφίμων που διατίθεται στο εμπόριο με αντικρουόμενα δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις της. «Σχετίζεται με αρκετές ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως κνίδωση, άσθμα, ναυτία, βρογχίτιδα, ρινίτιδα, και πονοκέφαλο. Ωστόσο, είναι μια από τις πιο συχνά χρησιμοποιούμενες χρωστικές στα τρόφιμα, που επιτρέπεται σε πολλές χώρες παγκοσμίως. Υπάρχει σε προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης όπως αναψυκτικά και ενεργειακά ποτά, πατατάκια, σάλτσες, παγωτά, ζελέ, τσίχλες, και άλλα τρόφιμα, αλλά και σε σαπούνια, καλλυντικά, σαμπουάν, βιταμίνες και φάρμακα. Χρησιμοποιείται και ως φθηνή εναλλακτική του σαφράν μαγειρικής. Δυστυχώς είμαστε εκτεθειμένοι από παντού σε χημικές ουσίες».

Πηγή: https://www.kathimerini.gr/