Η ιστορία της Χαρτοποιίας Θράκης, με το εμπορικό σήμα “Diana”, είναι η διαδρομή μιας βιομηχανικής επιτυχίας που μετατράπηκε σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποβιομηχάνισης στην Ελλάδα. Από την ακμή της δεκαετίας του ’80, όταν κατέκτησε τις αγορές των Βαλκανίων και της Βόρειας Αφρικής, μέχρι την πτώχευση του 2011 και τους άκαρπους πλειστηριασμούς που συνεχίζονται μέχρι σήμερα, η πορεία της “Diana” αντικατοπτρίζει την ευρύτερη κρίση του εγχώριου παραγωγικού μοντέλου. Ένα εργοστάσιο που άλλοτε έδινε δουλειά σε εκατοντάδες εργαζομένους και φιλοδοξούσε να σταθεί δίπλα στους διεθνείς κολοσσούς του κλάδου, σήμερα στέκει εγκαταλελειμμένο στην Ξάνθη, σύμβολο μιας βιομηχανικής εποχής που έσβησε βίαια.
Από τη Θράκη στις διεθνείς αγορές
Η “Diana” ιδρύθηκε το 1980 στα Μάγγανα Ξάνθης από τον χημικό μηχανικό Πάνο Ζερίτη. Ξεκινώντας ως μια τοπική μονάδα παραγωγής, εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες χαρτοβιομηχανίες της χώρας, σηματοδοτώντας την άνοδο της βιομηχανικής παραγωγής στη Θράκη.
Η ακμή της εταιρείας συνδέθηκε άμεσα με τη φιλοδοξία και το επιχειρηματικό ένστικτο του ιδρυτή της. Ο Πάνος Ζερίτης επέκτεινε τις δραστηριότητες της Diana και στο εξωτερικό: το 1984 στην Αίγυπτο, με τη δημιουργία της Pyramids Paper Mills “Flora”, το 1993 στην Ουγγαρία, με την εξαγορά δύο χαρτοποιιών και το 1997 στη Βουλγαρία, με την απόκτηση της Belana.
Στην Ελλάδα η Χαρτοποιία Θράκης διατηρούσε σταθερή παραγωγική παρουσία. Το εργοστάσιο της Ξάνθης απασχολούσε περίπου 100 εργαζομένους, ενώ το πανελλαδικό δίκτυο προσωπικού –σε πόλεις όπως η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, τα Ιωάννινα, η Κοζάνη, η Πάτρα και το Ηράκλειο– ανερχόταν κατά περιόδους έως και στους 500 εργαζομένους.
Η γκάμα των προϊόντων της περιλάμβανε χαρτί υγείας, χαρτοπετσέτες, χαρτομάντιλα, ρολά κουζίνας, καθώς και βιομηχανικό και επαγγελματικό χαρτί, αξιοποιώντας τόσο παρθένες όσο και ανακυκλωμένες πρώτες ύλες.
Η κρίση και η κατάρρευση
Η οικονομική κρίση που ξέσπασε στη χώρα αποδείχθηκε καθοριστική για την “Diana”. Από το 2011, η εταιρεία άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες ρευστότητας. Πελάτες της όφειλαν περίπου 15 εκατ. ευρώ, ενώ εκκρεμούσαν επιστροφές φόρων και επιδοτήσεις από το Δημόσιο ύψους 4 εκατ. ευρώ.
Οι συνέπειες ήταν αλυσιδωτές: οι πληρωμές προς τους εργαζομένους σταμάτησαν, η ΔΕΗ και η ΔΕΠΑ διέκοψαν την παροχή ενέργειας, ενώ οι συνολικές υποχρεώσεις προς Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία, προμηθευτές και εργαζομένους έφτασαν τα 30 εκατ. ευρώ.
Τον Δεκέμβριο του 2011 η εταιρεία κατέθεσε αίτηση πτώχευσης στο Πρωτοδικείο Θράκης, η οποία έγινε δεκτή τον Απρίλιο του 2012. Έκτοτε, ξεκίνησε ένας μακρύς κύκλος άκαρπων προσπαθειών εκποίησης της περιουσίας της. Παρά τις επανειλημμένες δημοπρασίες για το εργοστάσιο, τον εξοπλισμό και το εμπορικό σήμα “Diana”, δεν κατατέθηκε καμία προσφορά.
Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι μέχρι σήμερα έχουν πραγματοποιηθεί 12 άκαρποι πλειστηριασμοί για το εργοστάσιο και δεκάδες προσπάθειες πώλησης του εξοπλισμού, με αποκορύφωμα τη σειρά τεσσάρων αποτυχημένων πλειστηριασμών φέτος τον Μάρτιο και τον Απρίλιο, παρά το γεγονός ότι η τιμή εκκίνησης είχε προσδιοριστεί σε μόλις 436.426 ευρώ.
Αντίστοιχη τύχη είχε και το σήμα “Diana”, η τελευταία προσπάθεια πώλησης του οποίου έγινε στις 25 Ιανουαρίου 2023, με τιμή εκκίνησης σχεδόν 1 εκατ. ευρώ – ποσό που κρίθηκε απαγορευτικό για την αγορά.
Εγκατάλειψη και απαξίωση εξοπλισμού
Ένας νέος πλειστηριασμός για τον κινητό και εμπεπηγμένο εξοπλισμό και τα απαξιωμένα αποθέματα που βρίσκονται στις εγκαταστάσεις της εταιρείας στον Δήμο Τοπείρου Περιφερειακής Ενότητας Ξάνθης, της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, έχει προγραμματιστεί για τις 30 Ιουλίου 2025, με επισπεύδουσα τη σύνδικο πτώχευσης.
Σύμφωνα με την έκθεση του ενός εκ των δύο εκτιμητών, το σύνολο των στοιχείων του εξοπλισμού βρίσκεται σε πλήρη ακινησία, καθώς δεν έχει τεθεί σε λειτουργία για διάστημα που υπερβαίνει τα 15 έτη. Ο εξοπλισμός χαρακτηρίστηκε ως μη λειτουργικός, λόγω της έλλειψης κρίσιμων εξαρτημάτων, τα οποία έχουν αφαιρεθεί ή καταστραφεί εξαιτίας διαδοχικών περιστατικών κλοπών και βανδαλισμών κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας. Οι φθορές αυτές είναι τόσο εκτεταμένες, ώστε το κόστος αποκατάστασης και επαναλειτουργίας να κρίνεται υπερβολικά υψηλό και, τελικώς, μη συμφέρον οικονομικά. Συνολικά, η εικόνα που αποκομίστηκε είναι πως τα πάγια στοιχεία εξοπλισμού που εκτιμήθηκαν είναι πολύ παλαιάς τεχνολογίας –με μέσο όρο ηλικίας περίπου 30 ετών–, παρουσιάζουν έντονα σημάδια φθοράς και οξείδωσης. Ως τιμή πρώτης προσφοράς έχει οριστεί το ποσό των 152.000 ευρώ.
Ο κλάδος σήμερα
Ο κλάδος της χαρτοβιομηχανίας αποτελεί διαχρονικό πυλώνα της ελληνικής μεταποίησης, με σημαντική συμβολή στην οικονομία και έντονη εξαγωγική δραστηριότητα. Παρά την εξάρτηση από εισαγόμενες πρώτες ύλες, η Ελλάδα διατηρεί ισχυρή παρουσία στην παραγωγή χάρτου και προϊόντων με υψηλή προστιθέμενη αξία. Μεγάλες εταιρείες του χώρου καλύπτουν βασικές ανάγκες της καθημερινότητας, ενώ, ειδικά στα προϊόντα υγιεινής, ελληνικές επιχειρήσεις ανταγωνίζονται πολυεθνικούς ομίλους, προσφέροντας επώνυμα και private label προϊόντα σε Ελλάδα και εξωτερικό.
Παρά τις πιέσεις από το αυξημένο ενεργειακό κόστος και τις τιμές πρώτων υλών, ο κλάδος επιδεικνύει ανθεκτικότητα και εξωστρέφεια, ενισχυμένος από συνέργειες με τη μεταποίηση και την εφοδιαστική αλυσίδα.
Η παύση λειτουργίας της Χαρτοποιίας Θράκης σηματοδότησε την αναδιάρθρωση του κλάδου στην περιοχή και ανέδειξε τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις του είδους, όπως η αύξηση του κόστους ενέργειας, η ανάγκη τεχνολογικού εκσυγχρονισμού και η ένταση του ανταγωνισμού από μεγάλους πολυεθνικούς ομίλους.
Η Χαρτοποιία Θράκης αποτελεί πλέον ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα βιομηχανιών που άκμασαν σε μια διαφορετική οικονομική εποχή και δεν κατάφεραν να αντέξουν στη δίνη της κρίσης. Παρά την τεχνογνωσία, την παραγωγική δυναμική και τη διεθνή παρουσία, η έλλειψη ρευστότητας, σε συνδυασμό με τις συσσωρευμένες οφειλές και τη γενικευμένη οικονομική ασφυξία, την οδήγησαν τελικά στην πτώχευση και την εγκατάλειψη.
Πηγή: capital.gr




