Η ιστορία του….«Τάκου»

44

Θυμάμαι τότε στα νιάτα μας, που παίζαμε στις αλάνες κι ο γαλατάς περνούσε με το τρίκυκλο σηκώνοντας σκόνη που κόλλαγε στα κοντά παντελονάκια μας, ένα μικρό αγόρι της γειτονιάς στο ιστορικό κέντρο, που το φωνάζαμε «Τάκο» χαϊδευτικά και εν συντομία. Γραμματιζούμενος ήθελε να γίνει και να φορά σακάκια. Παπούτσια γυαλισμένα και πουκάμισα άσπρα. Κυκλοφορούσε φορές στα στενά σοκάκια, κάνοντας πράξεις αριθμητικές κι άλλες πάλι τραγουδώντας λαϊκά άσματα της φτωχογειτονιάς. Πολύ δεν μίλαγε μ’ όλη την παρέα. Μα αν έβλεπε πως άλλος έτρωγε παγωτό καϊμάκι, τέντωνε τα πόδια στη γη και πείσμωνε, κοιτώντας το δικό του, καθώς έλιωνε η κρέμα σοκολάτα στο χωνάκι. Τον είχαμε μάθει όλα τα χρόνια τον Τάκο, και ήξεραν όλα τα παιδιά, πως πάντα ήθελε αυτό που άλλος είχε. Ακόμα κι αν καλύτερο το δικό του ήταν. Ακόμα κι αν κάποτε το ίδιο μ’ άλλον είχε. Δεν τον ένοιαζε αν θα του αρέσει το καϊμάκι. Αρκεί να τα ‘χε όλα δικά του. Μόνο τότε μάζευε γύρω του χαμινάκια, εμφανιζόμενος ως αρχηγός της γειτονιάς, άξιος για ακολούθους. Στην αρχή οι υπόλοιποι το έβλεπαν σαν παιχνίδι κι άφηναν τον Τάκο να κάνει τα δικά του. Όμως με τα χρόνια μεγαλώνοντας, μόνο στις παιδικές αναμνήσεις φάνταζαν τα καμώματα του Τάκου ως αστεία. Ο καθένας από την αλάνα, πλέον πήρε το δρόμο του και έκανε τις επιλογές του. Όμως ο Τάκος απέμεινε εκεί ακόμα και τώρα που το παντελόνι έγινε μακρύ, στο χέρι να κρατά χωνάκι σοκολάτα και να τσινάει θέλοντας και το καϊμάκι.

Newsroom  Sterea Economy