Αλλάζει ριζικά ο τρόπος με τον οποίο θα καταγράφονται, θα τιμολογούνται και θα ελέγχονται οι συναλλαγές στα αγροτικά προϊόντα. Σύμφωνα με το σχέδιο της ΑΑΔΕ, ο έλεγχος των συναλλαγών μεταφέρεται μέχρι το τέλος του έτους σε ένα πλήρως ψηφιακό και αναλυτικό περιβάλλον. Από το γάλα και το κρέας έως το ελαιόλαδο, το μέλι, τα φρούτα και τα λαχανικά, κάθε προϊόν θα αποκτά τη δική του ψηφιακή «ταυτότητα», ενώ οι συναλλαγές θα καταγράφονται με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια.
Οπως σημειώνει ρεπορτάζ της Καθημερινής, στόχος είναι να περιοριστούν φαινόμενα που επί χρόνια δημιουργούν στρεβλώσεις στην αγορά, από τις ελληνοποιήσεις εισαγόμενων προϊόντων έως τις ανακριβείς δηλώσεις παραγωγής και τις αδυναμίες στους ελέγχους των επιδοτήσεων. Παράλληλα, η φορολογική διοίκηση αποκτά τη δυνατότητα να παρακολουθεί την πορεία ενός προϊόντος σε διαφορετικά στάδια της αλυσίδας, από την παραγωγή και την πρώτη πώληση έως τη μεταποίηση.
Αναλυτικό τιμολόγιο
Ηδη η φορολογική διοίκηση έχει ξεκινήσει τη δημιουργία ενός ενιαίου κωδικολογίου (taxonomy) για τα αγροτικά προϊόντα, σε συνδυασμό με την καθιέρωση αναλυτικών παραστατικών πώλησης.
Κάθε συναλλαγή θα περιλαμβάνει τυποποιημένα στοιχεία για το προϊόν που διακινείται, μεταξύ άλλων το είδος, την κατηγορία και την ποσότητά του. Με αυτόν τον τρόπο η ΑΑΔΕ δεν θα γνωρίζει μόνον ότι πραγματοποιήθηκε μια πώληση και ποια ήταν η αξία της, αλλά θα έχει σαφέστερη εικόνα για το τι ακριβώς διακινήθηκε. Η εφαρμογή του νέου μοντέλου προβλέπεται να ξεκινήσει σταδιακά από το γάλα και το κρέας και στη συνέχεια να επεκταθεί στις υπόλοιπες κατηγορίες αγροτικών προϊόντων, με στόχο την πλήρη ανάπτυξη του συστήματος έως το τέλος του 2027.
Η αλλαγή αυτή δημιουργεί μια νέα βάση δεδομένων για την αγροτική παραγωγή, καθώς οι φορολογικές αρχές θα μπορούν να διασταυρώνουν τις ποσότητες που δηλώνονται με τις πραγματικές συναλλαγές και τα υπόλοιπα διαθέσιμα στοιχεία. Ετσι, λοιπόν, με το νέο σύστημα ένα παραστατικό δεν θα περιορίζεται στην αναφορά μιας γενικής κατηγορίας προϊόντος. Θα αποτυπώνει με μεγαλύτερη ακρίβεια το είδος και την ποσότητα του γάλακτος που πωλήθηκε, επιτρέποντας στη φορολογική διοίκηση να γνωρίζει την πραγματική εικόνα της συναλλαγής.
Η ΑΑΔΕ θα μπορεί, για παράδειγμα, να διασταυρώνει τις ποσότητες γάλακτος που παραλαμβάνει μια γαλακτοβιομηχανία με τις ποσότητες και τα προϊόντα που εμφανίζονται στη συνέχεια στην παραγωγή. Ετσι δημιουργείται ένα ψηφιακό ίχνος που θα επιτρέπει τον αποτελεσματικότερο έλεγχο της διαδρομής του προϊόντος. Το ζητούμενο είναι να μπορεί να ελεγχθεί εάν οι ποσότητες και η προέλευση των πρώτων υλών που δηλώνονται ανταποκρίνονται στην πραγματική παραγωγική δραστηριότητα και κυρίως εάν πρόκειται, για παράδειγμα, για ελληνικό γάλα ή εισαγόμενο.
Αντίστοιχη διαδικασία προβλέπεται και για την αγορά κρέατος. Στα παραστατικά θα αποτυπώνεται αναλυτικά η κατηγορία του προϊόντος, ώστε να είναι δυνατή η διάκριση μεταξύ διαφορετικών ειδών, όπως το βόειο, το χοιρινό και το αρνίσιο κρέας.
Η μεγαλύτερη ακρίβεια στην καταγραφή των προϊόντων αναμένεται να ενισχύσει τους ελέγχους στην προέλευση και στη διακίνησή τους, δημιουργώντας περισσότερες δυνατότητες διασταύρωσης μεταξύ των στοιχείων παραγωγής, εμπορίας και μεταποίησης. Ιδιαίτερη πρόβλεψη υπάρχει και για τους αγρότες που υπάγονται στο ειδικό καθεστώς. Στις περιπτώσεις όπου ο παραγωγός δεν εκδίδει ο ίδιος τιμολόγιο, το αναλυτικό παραστατικό θα εκδίδεται από τον αγοραστή, ώστε η συναλλαγή να καταγράφεται ηλεκτρονικά και να εντάσσεται στο σύστημα ελέγχων.
Κομβικό ρόλο στο νέο μοντέλο θα διαδραματίσουν η ηλεκτρονική διαβίβαση των παραστατικών στα ηλεκτρονικά βιβλία και η αξιοποίηση των δυνατοτήτων του αναβαθμισμένου myDATA 2.0. Η συγκέντρωση των δεδομένων σε ψηφιακή μορφή επιτρέπει αυτοματοποιημένες διασταυρώσεις και δημιουργεί τη δυνατότητα εντοπισμού αποκλίσεων, χωρίς να απαιτείται κάθε φορά η προσκόμιση πρόσθετων στοιχείων από τον παραγωγό.
Η λογική του νέου συστήματος είναι ότι τα δεδομένα που απαιτούνται για τους ελέγχους θα προκύπτουν από τις ίδιες τις ηλεκτρονικές συναλλαγές. Με αυτόν τον τρόπο περιορίζεται η ανάγκη για πολλαπλές και αποσπασματικές δηλώσεις και ενισχύεται η δυνατότητα ελέγχου με βάση πραγματικά στοιχεία.
Η μεταρρύθμιση συνδέεται άμεσα και με τον τρόπο με τον οποίο ελέγχονται τα στοιχεία που σχετίζονται με τις αγροτικές ενισχύσεις. Η δυνατότητα διασταύρωσης των δηλωμένων ποσοτήτων παραγωγής με τις πραγματικές συναλλαγές μπορεί να προσφέρει στις αρμόδιες αρχές μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για την παραγωγική δραστηριότητα κάθε δικαιούχου.
Με βάση τον σχεδιασμό, το νέο πληροφοριακό περιβάλλον θα λειτουργεί ως ένα επιπλέον επίπεδο ελέγχου για τον εντοπισμό περιπτώσεων όπου τα στοιχεία των δηλώσεων δεν συμβαδίζουν με τα δεδομένα των συναλλαγών. Η στόχευση όπως αναφέρουν από τη φορολογική διοίκηση είναι διπλή, αφενός να ενισχυθεί η φορολογική συμμόρφωση, αφετέρου να δημιουργηθούν περισσότερες δικλίδες ασφαλείας στη διαδικασία κατανομής των ενισχύσεων.
Μετά την αρχική εφαρμογή σε γάλα και κρέας, το μοντέλο προβλέπεται να επεκταθεί και σε άλλες σημαντικές κατηγορίες της αγροτικής παραγωγής. Στον σχεδιασμό περιλαμβάνονται το ελαιόλαδο και το μέλι, ενώ στη συνέχεια το σύστημα θα καλύψει σταδιακά φρούτα, λαχανικά και τις υπόλοιπες κατηγορίες αγροτικών προϊόντων. Ετσι, η λογική του ενιαίου κωδικολογίου δεν θα αφορά μεμονωμένους κλάδους, αλλά θα επιχειρήσει να δημιουργήσει ένα κοινό ψηφιακό πλαίσιο καταγραφής για το σύνολο της αγροδιατροφικής αλυσίδας.
Πηγή: cretalive.gr




