Το ΠΑΣΟΚ, οι «ναυαγοί» του Κέντρου και τα λιμάνια υποδοχής

20

Τα λάθη, οι υστερήσεις και τα σκάνδαλα της κυβέρνησης, όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ, μέτρησαν για το κεντρώο ακροατήριο που στήριξε τον Κυριάκο Μητσοτάκη κατά των Τσίπρα και Καμμένου από το 2016 και μετά. Και δημιούργησαν κλίμα έντονης κριτικής προς το Μέγαρο Μαξίμου, όχι μόνο για ζητήματα θεσμικά, αλλά και για την καθημερινότητα. Με εστίαση στη «μυωπία», ή αλλιώς τον «πολιτικό αυτισμό» που κάποιοι διείδαν στο κυβερνητικό κέντρο από το 2023 και μετά. Ηταν άλλωστε παραπάνω από εμφανής η «αυτάρκεια» και η έλλειψη επαφής με την κοινωνία, όπως εκδηλώθηκε στο Στεγαστικό ή με τα χάδια προς τους κερδοσκοπούντες ιδιοκτήτες σουπερμάρκετ.

Τι έκανε το ΠΑΣΟΚ για να προσελκύσει αυτό το τμήμα του Κέντρου, το οποίο (από τις ευρωεκλογές του 2024 και μετά) παραμένει στη «θάλασσα» αναζητώντας ένα λιμάνι υποδοχής ή έστω ένα σωσίβιο;

Μετά την επανεκλογή του κ. Ανδρουλάκη μέσα από μια άψογη εσωκομματική διαδικασία τον Οκτώβριο του ’24, είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι προς τα εκεί θα κινηθούν τα πράγματα. Κυρίως εξαιτίας της ενίσχυσης των Γερουλάνου και Διαμαντοπούλου, που πήραν αθροιστικά σχεδόν 42% στον πρώτο γύρο και φαινόταν ότι θα ενίσχυαν, μέσα από τη σύνθεση, τις δυνατότητες υποδοχής των κεντρώων «ναυαγών».

Δύο χρόνια μετά, έχει επιτευχθεί ο στόχος; Η απάντηση θα δοθεί στις εκλογές που πλησιάζουν, αλλά κάποια πρώτα συμπεράσματα προκύπτουν από τις μετρήσεις, με το ΠΑΣΟΚ να υφίσταται ήδη ζητήματα (κυρίως σε επίπεδο δυναμικής ή μη ενίσχυσης από τη φθορά της ΝΔ) και από το κλίμα αναμονής που έχει καλλιεργηθεί ενόψει της επανόδου του Αλ. Τσίπρα.

Στο μεταξύ, η περίοδος των μεικτών σημάτων για την πιθανότητα συνεργασίας ακόμη και με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου (ενδεικτική η κοινοβουλευτική ώσμωση μαζί της) οδήγησε κάποιους παρατηρητές στο συμπέρασμα ότι η προσέλκυση του κεντρώου ακροατηρίου δεν αποτελούσε προτεραιότητα.

Η κυρία Διαμαντοπούλου και ο κ. Γερουλάνος κινήθηκαν θεσμικά, χωρίς να αμφισβητούν την ηγεσία που (επαν)εξελέγη δημοκρατικά, αλλά και χωρίς να διεκδικούν να ενσωματωθεί το δικό τους στίγμα, ώστε να υπάρξει ένα σωσίβιο προς τους κεντρώους (για λιμάνια ούτε λόγος). Και οι δύο απέφυγαν τις διαφοροποιήσεις, ενώ ακόμη και η αναφορά Γερουλάνου στη δημοσκοπική «βελόνα», που θα έπρεπε να είχε κινηθεί έως τα περασμένα Χριστούγεννα, δεν είχε συνέχεια.

Λογική και θεσμική –παραταξιακή καλύτερα– η επιλογή και των δύο, αυτοπροστατευτική θα έλεγε κανείς απέναντι σε πιθανά βέλη κριτικής, αλλά όχι ελκυστική για τους «ναυαγούς». Αφησαν το στίγμα του προέδρου, με τα θετικά του και τα αρνητικά του, κυρίαρχο ακόμη και όταν, σύμφωνα με κάποιους, γινόταν μονοθεματικό, σκεπάζοντας θετικές πρωτοβουλίες, όπως αυτές για το Στεγαστικό.

Το θετικό είναι ότι, όπως όλα δείχνουν, το ΠΑΣΟΚ θα δώσει ενωμένο τη μάχη των εθνικών εκλογών. Στο μεταξύ πάντως οι συνθήκες έχουν αλλάξει σε σύγκριση με την τελευταία διετία, κατά την οποία δεν έγινε το άνοιγμα στους απογοητευμένους από τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Ο Αλ. Τσίπρας επιστρέφει με αξιοσημείωτη μιντιακή στήριξη για να πλευρίσει το αριστερό κομμάτι του ΠΑΣΟΚ, ενώ ο νυν πρωθυπουργός είναι πιθανό να σκληρύνει τη στάση του, θέτοντας διλήμματα για την οικονομία ενόψει του δύσκολου χειμώνα (λόγω της διεθνούς αστάθειας και του καλπάζοντος πληθωρισμού).

Εκεί, σύμφωνα με τους ίδιους αναλυτές, το ΠΑΣΟΚ ενδέχεται να πιεστεί από την original αντι-μητσοτακική ρητορεία Τσίπρα, που μοιάζει να αντιπολιτεύεται το ίδιο του το rebranding, και παραλλήλως από ένα δίλημμα του τύπου «ποιος θα κυβερνήσει στα δύσκολα», σε συνδυασμό με πρόωρες φθινοπωρινές κάλπες από τον κ. Μητσοτάκη.

Το αν αυτές οι συνθήκες, εφόσον διαμορφωθούν, θα πιέσουν το ΠΑΣΟΚ και θα αναδείξουν τη μη προσέλκυση των απογοητευμένων κεντρώων, μένει να φανεί. Διότι, σύμφωνα με μια άλλη άποψη, το ΠΑΣΟΚ μοιάζει τα τελευταία χρόνια με την Ελλάδα, η οποία, κατά τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, «ούτε φτιάχνει, ούτε χαλάει».

Πηγή: Protagon.gr